διασφαλίζομαι

διασφᾰλίζομαι,
A secure firmly, Plb.5.69.2, Ph.Byz.Mir.4.2, Herod. [voice] Med. ap. Orib.8.7.3:—[voice] Pass.,

σιδήρῳ διησφαλισμένα J.AJ15.11.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασφαλίζομαι — διασφαλίζομαι, διασφαλίστηκα, διασφαλισμένος βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διασφαλιζόμεθα — διασφαλίζομαι secure firmly pres ind mp 1st pl διασφαλίζομαι secure firmly imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαλισάμενος — διασφαλίζομαι secure firmly aor part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαλίζεται — διασφαλίζομαι secure firmly pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαλίσασθαι — διασφαλίζομαι secure firmly aor inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαλίζω — (Α διασφαλίζομαι) καθιστώ ασφαλές κάτι, εξασφαλίζω …   Dictionary of Greek

  • σιγουρεύω — Ν [σίγουρος] 1. καθιστώ κάτι σίγουρο, ασφαλές, σταθεροποιώ, εξασφαλίζω, διασφαλίζω («καλό είναι να σιγουρέψεις τα χρήματα σου βάζοντάς τα στην τράπεζα») 2. χαμηλώνω, χαλαρώνω τα πανιά ή τα σχοινιά πλοίου, σιγουράρω 3. μέσ. σιγουρεύομαι α) (για… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.